Home > AYTOKINHTΟ > Triumph Bonneville T120: Κλασικά… μεταμοντέρνα!

Triumph Bonneville T120: Κλασικά… μεταμοντέρνα!

///
Comments are Off

Κλασική μοτοσυκλέτα με ρυθμιζόμενη απόδοση κινητήρα, απενεργοποιούμενο traction control, δικάναλο ΑBS, γκάζι Ride-by-Wire, immobiliser, θερμαινόμενα γκριπ, θύρα USB και φώτα LED-DRL; Ναι, όταν μιλάμε για τον γενάρχη της κατηγορίας, δηλαδή την Triumph Bonneville!

Oι περισσότεροι γνωρίζουν πως η Bonneville είναι ένα κλασικό -από κάθε άποψη- μοντέλο της Triumph, λίγοι όμως ξέρουν πως οφείλει το όνομά της στην ομώνυμη και φημισμένη πίστα ταχύτητας της Β. Αμερικής, εκεί όπου παραδοσιακά δημιουργούνται ρεκόρ ταχύτητας εδώ και μερικές δεκαετίες. Στα 1.200cc είναι δύο οι εκδόσεις, T120 και T120 Black, με τις διαφορές ανάμεσά τους να είναι ξεκάθαρα στιλιστικές και χρωματικές, με την έκδοση Black να δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο της με βαμμένα τα πάντα μαύρα (κινητήρα, ζάντες, εξατμίσεις κ.λπ.).

Κινητήρας High Torque

Oι Bonneville Τ120 και Τ120 Black χρησιμοποιούν τον ίδιο κινητήρα, που δεν είναι άλλος από έναν τελείως καινούργιο δικύλινδρο σε σειρά 1200 κ.εκ., με 1 ΕΕΚ, τετραβάλβιδες κεφαλές, υποτετράγωνες διαστάσεις και στρόφαλο 270 μοιρών, τον πρώτο υγρόψυκτο στην ιστορία τους, απόλυτα σύγχρονο σε εφαρμογές, με ηλεκτρονικό γκάζι και ρυθμιζόμενη χαρτογράφηση. Ένας κινητήρας με έμφαση στη ροπή, σημαντικά πιο δυνατός από πριν, που πλέον αποδίδει 80 Hp, μια τιμή σημαντικά αυξημένη αν τη συγκρίνουμε με τους 55 του παρελθόντος.

Eκεί όμως που τα νούμερα ξεφεύγουν είναι στη ροπή, όπου βλέπουμε τα kgm να ανεβαίνουν και τις στροφές να κατεβαίνουν σε βαθμό δραματικό. Από τα 7,3 kgm στις 5.750 σ.α.λ. του απερχόμενου, είμαστε αισίως στα… 10,6 kgm στις… 3.100 σ.α.λ.! Οι επιδόσεις που προσφέρουν αυτά τα νούμερα συγκινούν σε κάθε περίπτωση, κυρίως σε αστικό περιβάλλον αλλά ακόμα και εκεί όπου οι επαρχιακοί δρόμοι σφίγγουν. Ο τομέας όμως στον οποίο δίνουν τα ρέστα τους είναι όταν κινείσαι σε χαμηλές ή μεσαίες ταχύτητες και ανοίγεις το γκάζι.

Ανεξάρτητα με την επιλεγμένη σχέση στο κιβώτιο, η επιτάχυνση είναι άμεση, διαρκής και μεστή, κάνοντάς σε να ξεχνάς ότι οδηγείς μια modern classic και να πιστεύεις ότι κάτω από τα πόδια σου είναι μια σύγχρονη μοτοσυκλέτα δρόμου με περισσότερους από 100 ίππους. Και όταν έρθουν οι στροφές, τότε απορείς με την ακαμψία και τη φιλικότητα του συνόλου. Έπιασα τον εαυτό μου να κινείται σε στροφιλίκι με ρυθμούς χωρίς αύριο και μόνο στα κατηφορικά κομμάτια να περιορίζονται οι ορέξεις από τα φρένα. Όχι ότι δεν αποδίδουν, απλώς δεν είναι για να τα ταλαιπωρείς εκεί που δεν πρέπει. Μα, θα αναρωτηθείτε δικαιολογημένα, είναι η επιθετική οδήγηση λόγος ύπαρξης μιας Bonneville; Μα, θα σας απαντήσω χωρίς δεύτερη σκέψη και ομοίως δικαιολογημένα, είναι η πλατεία Κολωνακίου και η παραλιακή το ιδανικό πεδίο δράσης μαστόδοντων On/Off και υστερικών supersport;

Ποιότητα στην κατασκευή, ποιότητα και στην οδήγηση

Σε φινίρισμα και συναρμογή υλικών η ποιότητα ξεχειλίζει και αυτό είναι εμφανές σε κάθε σημείο, απ” άκρη σ” άκρη που λένε. Ένας τομέας όπου οι Άγγλοι έχουν ξεφύγει εδώ και αρκετά χρόνια, πλην όμως αυτήν τη φορά ξεπέρασαν τους εαυτούς τους. Όπως είχα γράψει και στη δοκιμή της Thruxton R, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γιατί υπάρχει κίνδυνος να μετατρέψω το άρθρο σε διαφημιστικό φυλλάδιο. Αν δείτε μια Bonneville από κοντά, θα καταλάβετε τι θέλω να πω (και δεν μπορώ να γράψω…). Οδηγικά μιλώντας, η χαλαρή και εξαιρετικά άνετη θέση οδήγησης της κλασικής αγγλίδας, με χέρια και πόδια σε φυσικές γωνίες, δεν σε εμπνέει απλώς να πας βόλτα αλλά να πιάσεις τον ταύρο από τα κέρατα και να αρχίσεις τα παιχνίδια. Με το κέντρο βάρους ιδιαίτερα χαμηλά, αψηφάς τις προδιαγραφές που μιλούν για μακρύ μεταξόνιο και εμπιστευόμενος την όλη στιβαρή αίσθηση του συνόλου ορμάς να ακολουθήσεις το ένστικτό σου και να χαρείς οδήγηση σε κάθε είδους δρόμο, αρκεί να μην είναι αχανής ευθεία.

Χαμηλά τοποθετημένα όμως είναι και τα μαρσπιέ, θυμίζοντάς σου, με τον ανατριχιαστικό ήχο που βγάζουν όταν εφάπτονται με την άσφαλτο, πως δεν οδηγείς μια σπορ μοτοσυκλέτα αλλά μια χρηστική all around. Κρίμα, γιατί τα περιθώρια κλίσης της Τ120 περιορίζονται νωρίς, πολύ νωρίς. Ο 18άρης μπροστινός τροχός είναι επίσης ένα προσδιοριστικό για τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας στοιχείο, φροντίζοντας να σου θυμίζει -όταν το παρακάνεις- τι ακριβώς οδηγείς. Το πολύ καλό είναι πως οι Άγγλοι μηχανικοί δούλεψαν πολύ πάνω στο σετάρισμα της ανάρτησης, η οποία προέρχεται από την ιαπωνική Kayaba και περιλαμβάνει συμβατικό πιρούνι 41mm cartridge άνευ ρυθμίσεων και δύο αμορτισέρ με δυνατότητα προφόρτισης των ελατηρίων τους.

H λειτουργία τους ιδανική για μια μοτοσυκλέτα σαν την Bonneville, αφενός δεν κοπανάνε και αφετέρου είναι τόσο σφικτές όσο χρειάζεται για να μη χάνεται η οδηγική ευχαρίστηση στον βωμό της άνεσης. Τα φρένα, επίσης ιαπωνικής προέλευσης (Nissin), απαρτίζονται από τρία δισκόφρενα με διπίστονες δαγκάνες και στάνταρ δικάναλο ABS. Στην καλή άσφαλτο κάνουν τη δουλειά τους πολύ καλά, ακόμα και σε συνθήκες που δύσκολα θα βρεθούν οι περισσότεροι ιδιοκτήτες του μοντέλου, κοινώς ανελέητο κυνηγητό σε εσάκια και φουρκέτες. Ελάτε, όμως, που η αγγλίδα σε προκαλεί στην υπερβολή με την κορμοστασιά και τα ταλέντα της. Είναι σκέτη απόλαυση ο κινητήρας της, με μια καμπύλη απόδοσης μεστή και χωρίς ίχνος κενού, αλλά και με μια άμεση απόκριση στο άνοιγμα του γκαζιού από πολύ χαμηλά. Απόλαυση, όμως, είναι και η λειτουργία τόσο του υποβοηθούμενου συμπλέκτη όσο και του κιβώτιου ταχυτήτων, όπου έννοιες όπως μαλακή αίσθηση, ακρίβεια και βελούδινο κούμπωμα βρίσκονται στην αποκορύφωσή τους.

Τα δύο οδηγικά προγράμματα ουσιαστικά διαφοροποιούν την απόκριση του γκαζιού, δίνοντας μεγαλύτερη αμεσότητα στην επιλογή Road και πιο ήπια στην αντίστοιχη Rain. Σε κάθε περίπτωση, η συνολική ιπποδύναμη δεν αλλάζει. To traction control δεν επεμβαίνει με τρόπο που να σε τρομάζει, είναι σωστά σκεπτόμενο για τη στιγμή που θα επέμβει και ικανό να το κάνει με τον ιδανικότερο τρόπο για κάθε περίπτωση. Οι γρήγοροι θα εκτιμήσουν και τη δυνατότητα της πλήρους απενεργοποίησής του, φροντίζοντας να το απολαμβάνουν με ελεγχόμενα ντριφταρίσματα (πλαγιολισθήσεις).

Καλύτερη αλλά ακριβότερη

Το τίμημα της εξέλιξης (λέγε με υγρόψυκτος κινητήρας), ο πλούσιος εξοπλισμός και -πολύ περισσότερο- οι φόροι των περισσότερων κυβικών είναι οι κύριοι λόγοι που η τιμή της Τ120 πήραν την ανιούσα σε σχέση με το απερχόμενο αερόψυκτα μοντέλο. Οι υποψήφιοι αγοραστές θα πρέπει να διαθέσουν μίνιμουμ 13.690€ για τις μονόχρωμες εκδόσεις και έως 260€ παραπάνω αν επιλέξουν κάποια διχρωμία. Σε κάθε περίπτωση, ο εξοπλισμός είναι εκ των ουκ άνευ για αυτού του είδους μοτοσυκλέτα, οπότε μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος; Ο οποίος πόνος μπορεί να γίνει ακόμα μεγαλύτερος για την τσέπη όταν ο νέος κάτοχος ρίξει μια ματιά στον ατελείωτο κατάλογο αξεσουάρ που προσφέρει η Triumph.

via