Home > Face to Face > 2 Δεκεμβρίου: Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ο διορατικός και θαυματουργός

2 Δεκεμβρίου: Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ο διορατικός και θαυματουργός

Στο σημερινό Συναξάρι της Εκκλησίας μας, τιμάται η μνήμη ενός συγχρόνου με εμάς ανθρώπου, ο οποίος παιδιόθεν επόθησε τον Θεόν και μας βεβαίωσε με τον οσιακό βίο του, πως κάθε εποχή είναι ικανή να αναδείξει Αγίους εις την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο άγιος Πορφύριος, (κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης), γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 1906 στην Εύβοια. Προερχόταν, ο μακάριος Πατήρ, από πολυμελή πτωχική αλλά ευλαβέστατη οικογένεια, από την οποία και γαλουχήθηκε με τα ιερά νάματα της Ορθοδοξίας.

Αφού εργάσθηκε από τα επτά έτη του σε διάφορες δουλειές, ακολούθησε στα 14 (κατά άλλους στα 16) τον θείο πόθο του για αφιέρωση στον Θεό.

Εγκατέλειψε, έτσι, την οικογενειακή εστία και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου, στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, υποτάχθηκε σε δύο γέροντες. Κατά την μοναχική κουρά του, έλαβε το όνομα Νικήτας και έκτοτε αγωνίσθηκε, με νικηφόρο αποτέλεσμα, να κερδίσει τη μάχη έναντι του αιωνίου εχθρού του ανθρώπου.

Η τέλεια υπακοή του και η διαρκής και σκληρή άσκηση, γρήγορα απέδωσαν καρπούς της Χάριτος και ο νεαρός Μοναχός, βίωνε καταστάσεις θαυμαστές αφού του εδόθη από νωρίς το διορατικό χάρισμα, το οποίον εξαιτίας της ταπεινοφροσύνης που τον διέκρινε διατηρήθηκε αναλλοίωτον έως και της οσιακής κοιμήσεώς του.

Στην ηλικία των 18 ετών λόγω ασθενείας και με την ευχή των Γερόντων του, εγκατέλειψε το Άγιον Όρος και μετέβη στην Αθήνα, όπου μετά από 2 χρόνια χειροτονήθηκε Ιερεύς του Κυρίου, από τον Αρχιεπίσκοπο Σινά Πορφύριο, λαμβάνοντας το όνομα Πορφύριος. Ύστερα από μικρό διάστημα, ο τοπικός Μητροπολίτης βλέποντας πως το διορατικό χάρισμα του νεαρού ιερέως θα ήταν ωφέλιμο για τους πιστούς, τον κατέστησε πνευματικό.

Ως καλός επιστάτης του Θεού, έγινε μιμητής Του στην αγάπη προς τον άνθρωπο και έτσι όλος ο βίος του απείχε μακράν από τη συμπεριφορά των «μαθητών» της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.

Το 1940, διορίσθηκε ως εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών κι από τη θέση αυτήν, επί 33 έτη, υπήρξε πραγματικός φιλόστοργος πατέρας για κάθε ψυχή που τον πλησίαζε κι άφηνε στο ταπεινό πετραχήλι του το βάρος των αμαρτιών και των πολυποίκιλων προβλημάτων της.

Το 1979 μετέβη στο Μήλεσι Αττικής, πλησίον του Ωρωπού, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Στον τόπον αυτό, δεχόταν επισκέπτες και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, που ζητούσαν την θεάρεστη προσευχή του και τις συμβουλές του για διάφορα προβλήματα. Παρ’ όλο που ο ίδιος έπασχε από πάμπολλες ασθένειες, έγινε πρόξενος θεραπείας –μέσω του ιαματικού χαρίσματός του- για πολλούς άλλους και δεν έπαυσε σε όλη τη διάρκεια του μοναχικού βίου του, με την ταπείνωση του τυφλού της Ιεριχού, να ζητά το Έλεος του Κυρίου.

Ο Δωρεοδότης Θεός, πληροφόρησε το άξιο τέκνο του ότι ο χρόνος της εκδημίας του, από τον κόσμο αυτόν, πλησίαζε κι έτσι ο ταπεινός Όσιος Πορφύριος μη θέλοντας, εξαιτίας της μεγάλης φήμης του, να κηδευθεί με τιμές και δόξες, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991 παρέδωσε την καταλευκασμένη από τα πάθη ψυχή του, στον Κύριο που τόσο αγάπησε έχοντας εις τα άγια χείλη του την Αρχιερατική προσευχή, την οποία πολύ συχνά επαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἓν» που σημαίνει «να είναι όλοι ένα»! Ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με μόνη την παρουσία των συμμοναστών του. Τα άγια λείψανα του Οσίου Πορφυρίου, μετά την ανακομιδή των και κατ’ εντολήν του, απεκρύβησαν σε άγνωστο και απρόσιτο μέρος.

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013, υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, προέβη και στην επίσημο αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου, αφού στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ήταν Άγιος από χρόνια.

Κάποια λόγια της πνευματικής διαθήκης του προς τα πνευματικά παιδιά του αλλά και προς όλους, ήσαν: «…Εγώ προσπάθησα με τη Χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα».

Γένοιτο, Κύριε, δι’ ευχών του Οσίου Σου Πορφυρίου του Διορατικού και Θαυματουργού. Αμήν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἰχνηλάτης τῶν πάλαι πατέρων γέγονας, Ἁγιωνύμου τοῦ Ὄρους ἀσκήσας Σκήτῃ σεπτῇ, Τριάδος τῆς Ζωαρχικῆς, τῶν Καυσοκαλυβίων, ἄβυσσος θείων δωρεῶν, λυτήρ δεινῶν ἀσθενειῶν, ἐδείχθης ὦ θεοφόρε. Πορφύριε οἰκουμένης, πάσης, ποιμήν ἡμῶν καί στήριγμα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
(Ὑπὸ Εὐαγγέλου Καραδήμου)
Τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον, Οἰκουμένης ἀγλάϊσμα (πρώτη γραφή: πανελλήνων τὸν Γέροντα), τῆς Θεολογίας τὸν μύστην καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον, Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί, τὸν πλήρη χαρισμάτων ἐκ παιδός. Δαιμονῶντας γὰρ λυτροῦται, καὶ ἀσθενεῖς ἰᾶται πίστει κράζοντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
(Ὑπὸ Χαραλάμπους Μπούσια)
Προγιγνώσκειν τὸ μέλλον σοφῶς, Πορφύριε, ὡς ἀντιμίσθιον πόνων καὶ βιοτῆς εὐσεβοῦς χάριν δέδωκέ σοι ἄνωθεν ὁ Κύριος· ἄνθος Εὐβοίας ἱερόν, ἐκ τοῦ Ἄθω μυστικῶς πρὸς κήπους μετεφυτεύθης ἀλήκτου δόξης πρεσβεύειν Χριστῷ ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ´. Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ.
(Ὑπὸ Ἀδαμαντίας Πιπεράκη)
Φωτὸς χωρίον τοῦ Θεοῦ καὶ χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος ἔμπλεως, τῶν ἱερέων καλλονή, τῶν μοναστῶν κανὼν ἀκριβέστατος, Πορφύριε σοφέ, τῇ διακρίσει λάμψας καὶ θαύμασι, Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
(Ἀγνώστου ποιητοῦ – εὑρέθησαν στὸ κελλίον τοῦ Γέροντος ὡς χειρόγραφα, ὡς προσευχὴ ἀγνώστων προσκυνητῶν καὶ ἁπλῶς παρατίθενται ἐδῶ, δὲν προτείνονται πρὸς ψαλμῴδησιν)
Ὁσίως διέπρεψας ἐν μέσῳ ἄστει σοφέ, τὴν κλῆσιν δεξάμενος ἀπὸ κοιλίας μητρός· ὅθεν προσκαρτεροῦντες τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, προσέτι μαρτυρίᾳ πλείω τούτων δοθῆναι, ἵνα ἀκαταπαύστως τὴν δόξαν σου ὑμνοῦμεν, αἰτούμενοι ἐλέους τῷ σὲ ἁγιάσαντι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
(Ἀγνώστου ποιητοῦ – εὑρέθησαν στὸ κελλίον τοῦ Γέροντος ὡς χειρόγραφα, ὡς προσευχὴ ἀγνώστων προσκυνητῶν καὶ ἁπλῶς παρατίθενται ἐδῶ, δὲν προτείνονται πρὸς ψαλμῴδησιν)
Πνευματέμφορος ὅλος καὶ ἀπαθέστατος, διακρίσεως φάρος φωτοειδέστατος, ἱερατεύων τῷ Χριστῷ, ὡς ἰσάγγελος ὤφθης. Προφήτης θαυμαστός, τὰ ἐγγὺς καὶ τὰ μακράν, προβλέπεις ὅσιε Πάτερ, Πορφύριε θεοφόρε, Ἁγίου Ὄρους τὸ ἀγαλλίαμα.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
(Ὑπὸ Ἀδαμαντίας Πιπεράκη)
Ὡς παιδιόθεν τὸν Χριστὸν χαίρων ἠγάπησας, καὶ τὰ τοῦ βίου ἀγαθὰ ἀπαρνησάμενος, τὴν τοῦ Ἄθωνος κατέλαβες πολιτείαν, τὸν τῆς πτώσεως χιτῶνα ἐκδυσάμενος, ἀνεδείχθης τῆς Τριάδος ἐνδιαίτημα καὶ πρεσβεύεις ἀεί, Πάτερ ὅσιε, σωθῆναι ἡμᾶς.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
(Ὑπὸ Χαραλάμπους Μπούσια)
Τὸν ὑακίνθῳ καὶ πορφύρᾳ ταπεινώσεως, ὑπακοῆς τε καὶ ἀγάπης στολισάμενον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ τὸ ἔνδυμα καὶ ὀφθέντα χαρισμάτων θείου πνεύματος ἐκσφράγισμα εὐφημήσωμεν σοφίας ὡς διδάσκαλον ἀνακράζοντες· Χαίροις, μάκαρ Πορφύριε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
(Ὑπὸ Εὐαγγέλου Καραδήμου)
Τοῦ Παρακλήτου τὸν ναὸν τὸν ἁγιώτατον καὶ τῆς πανάγνου Θεοτόκου προσφιλέστατον, ἀνυμνήσωμεν Πορφύριον ἐκ καρδίας. Ἀγαπᾷ γὰρ καὶ ἰᾶται πάντας καὶ φρουρεῖ καὶ πρεσβεύει ὅπως τύχωμεν θεώσεως. Ὅθεν κράζομεν· χαίροις, πάτερ Πορφύριε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ἁγίων Πάντων ὁ χορός νῦν εὐφραινέσθωσαν καί ὀρθοδόξων τά πληρώματα χαιρέτωσαν, ὅτι ἄρτι τῇ Ἐκκλησίᾳ, λαμπρός ἀστήρ ἐφάνη. Τριάδος τῆς Ἁγίας Σκήτης σεπτῆς, τῶν Καυσοκαλυβίων κόσμος φανείς. Διό κράζομεν, χαίροις πάτερ Πορφύριε.

Μεγαλυνάριον
Χαῖρε καί εὐφραίνου Σκήτη λαμπρά, Καυσοκαλυβίων, ἐν σοί ηὔγασεν ἀληθῶς, ἄστρον καταυγάσαν, τήν οἰκουμένην πάσαν, καί πάντας ἀφυπνίζων, πρός βίον κρείττονα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
(Ὑπὸ Εὐαγγέλου Καραδήμου)
Χαίροις χαρισμάτων ὁ θησαυρὸς καὶ τῶν ἰαμάτων ἡ πηγὴ ἡ θαυματουργός. Χαίροις ὁ προφήτης ὁ νέος Ἐκκλησίας, Πορφύριε, τρισμάκαρ, Ἄθωνος καύχημα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
(Ὑπὸ Χαραλάμπους Μπούσια)
Χαίροις, ὁ χαρίτων πλησθεὶς πολλῶν ἐν ἐσχάτοις χρόνοις καὶ ἰθύνας πιστοὺς καλῶς πρὸς λειμῶνας θείους, ἀστὴρ θεοσοφίας καὶ ἀκραιφνοῦς ἀγάπης, πάτερ Πορφύριε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
(Ὑπὸ Ἀδαμαντίας Πιπεράκη)
Χαίροις τῆς Εὐβοίας γόνος ἐσθλός, καὶ ὑπερουσίου τῆς Τριάδος μυσταγωγός· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς τοῦ Θαβωρίου, αἱρέτης καὶ δοχεῖον, Πάτερ Πορφύριε.